Meaning of κροκόδειλος | Babel Free
/kɾoˈko.ði.los/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο με προέλευση την Άνδρο
- αμφίβιο σαρκοβόρο ερπετό που ανήκει στην τάξη των μεγάλων ερπετών και την οικογένεια των κροκοδειλιδών· έχει σκληρό φολιδωτό δέρμα και πανίσχυρες επιμήκεις σιαγόνες
- το δέρμα αυτού του ερπετού ως πρώτη ύλη για την κατασκευή δερμάτινων αντικειμένων
Ισοδύναμα
English
Crocodile
Παραδείγματα
“※ Στην ημερίδα απηύθυναν χαιρετισμό […] ο Δήμαρχος Άνδρου […] η Διευθύντρια του Δημοτικού Χώρας, κα Κροκοδείλου.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.