κροκίδωση
Ορισμοί
ο σχηματισμός κροκίδων, η συσσωμάτωση σωματιδίων που βρίσκονται σε αιώρηση σε ένα διάλυμα σε κολλοειδή μορφή, με τη βοήθεια μέσου που επιδρά στην επιφανειακή τους τάση (κροκιδωτικό)
Ισοδύναμα
19 more languages
العربيةجمد
Ελληνικάπήξη
فارسیانعقاد
Galegocoagulación
Italianocoagulazione
한국어응결
Portuguêscoagulação
Românăcoagulare
Svenskakoagulation
Türkçekoagülasyon
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free