HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κρικέλα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. χαλκάς
  3. κρίκος
  4. το δημόσιο ταμείο

Παραδείγματα

“Χτύπησα μια την κρικέλα της πόρτας τους κι ακούω ένα κραχ”
“※ Να πιαστούν απ' την κρικέλα (κρικέλα λένε το δημόσιο ταμείο) ή να πάνε ξενιτειά. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, 1938, σελ. 12)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κρικέλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course