Meaning of κρησάρα | Babel Free
/kɾiˈsa.ɾa/Ορισμοί
- κόσκινο για το αλεύρι
-
οποιαδήποτε διαδικασία επιλογής ή διαλογής ή αξιολόγησης, εξονυχιστικός έλεγχος figuratively
Παραδείγματα
“※ Από την «κρησάρα» του υπουργείου οι αγροτικές επιδοτήσεις από το 1994 (enet.gr)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.