Σημασία του κρασάρω | Babel Free
Ορισμοί
-
δυσλειτουργώ ή παύω να λειτουργώ colloquial, informal, internet-slang, neologism
-
καταρρέω, καταπίπτω, διαλύομαι, φτάνω στα όρια της αντοχής ή τα ξεπερνώ colloquial, informal, internet-slang, neologism
Παραδείγματα
“Δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά μου, αφού κρασάρει συνεχώς ο υπολογιστής μου.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free