Meaning of κράνη | Babel Free
/ˈkɾa.ni/Ορισμοί
-
η ανομβρία, η ξεραΐλα idiomatic
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράνος
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.