Meaning of κούρου | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- είδος τυρόπιτας, χωρίς σφολιάτα, κάπως πιο ξερή, πιο σκέτη
- γενική ενικού του κούρος
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κούρος)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.