κουτσο-
Ορισμοί
πρόθημα που δηλώνει κάποια έλλειψη, ατέλεια, ανεπάρκεια ή ελάττωμα, αναπηρία
Παραδείγματα
“κουτσοβολεύομαι, κουτσοφλέβαρος”
“κουτσοδόντης, κουτσάφτης”
“κουτσομάγαζο”
“κουτσόμαγκας”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free