Meaning of κουτσο- | Babel Free
/ku.t͡so/Ορισμοί
πρόθημα που δηλώνει κάποια έλλειψη, ατέλεια, ανεπάρκεια ή ελάττωμα, αναπηρία
Παραδείγματα
“κουτσοβολεύομαι, κουτσοφλέβαρος”
“κουτσοδόντης, κουτσάφτης”
“κουτσομάγαζο”
“κουτσόμαγκας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.