Meaning of κοψο- | Babel Free
/ko.pso/Ορισμοί
-
πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει familiar, literally
-
ότι είναι κομμένο ένα μέρος σώματος που δηλώνεται στο δεύτερο συνθετικό familiar, literally
- πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι είναι κομμένο ένα μέρος σώματος που δηλώνεται στο δεύτερο συνθετικό
-
ότι υπάρχει μεγάλη επιβάρυνση, καταπόνηση στο μέρος του σώματος που δηλώνεται στο δεύτερο συνθετικό familiar
-
κάτι κομμένο ή γενικά περικοπή, ως συνώνυμο του μισο- ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) familiar
Παραδείγματα
“κοψοχέρης”
“κοψοχείλης, κοψαχείλης”
“κοψομεσιάζομαι”
“κοψοχρονιά (επίρρημα)”
“κοψόουρος”
“κόψορχις (ο ευνούχος)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.