HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κοψο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ko.pso/

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει
    familiar, literally
  2. ότι είναι κομμένο ένα μέρος σώματος που δηλώνεται στο δεύτερο συνθετικό
    familiar, literally
  3. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι είναι κομμένο ένα μέρος σώματος που δηλώνεται στο δεύτερο συνθετικό
  4. ότι υπάρχει μεγάλη επιβάρυνση, καταπόνηση στο μέρος του σώματος που δηλώνεται στο δεύτερο συνθετικό
    familiar
  5. κάτι κομμένο ή γενικά περικοπή, ως συνώνυμο του μισο- ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
    familiar

Παραδείγματα

“κοψοχέρης”
“κοψοχείλης, κοψαχείλης”
“κοψομεσιάζομαι”
“κοψοχρονιά (επίρρημα)”
“κοψόουρος”
“κόψορχις (ο ευνούχος)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κοψο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course