Meaning of κουρέψω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύω
- θα κουρέψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουρεύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.