κουράστηκες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κουράζομαι
Παραδείγματα
“Κουράστηκες από το πολύ τρέξιμο σήμερα;”
Did you get tired from all the running today?
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free