HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Κουκάκη | Babel Free

Noun CEFR B1
/kuˈka.ci/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κουκάκης
  2. συνοικία της Αθήνας, το Κουκάκι

Παραδείγματα

“※ Καὶ μιὰ μέρα φορτώθηκαν τὰ πράγματα σὲ κάρα καὶ ἤρθαμε στὴν Ἀθήνα. Κι’ ἔπειτα ἀπ’ ὀλίγο πήγαμε στοῦ Κουκάκη. (Δημοσθένης Βουτυράς, Η ανέκδοτη αυτοβιογραφία του, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 739 (15 Απριλίου 1958), τόμ. 63, σελ. 606)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Κουκάκη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course