Meaning of κοτύλη | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό αγγείο που χρησίμευε ως μονάδα μέτρησης υγρών, ισοδύναμη με έξι κυάθους
- αγγείο μικρών διαστάσεων με δύο κατακόρυφες λαβές από το χείλος έως τη βάση
- η βαθιά κοίλη επιφάνεια οστού, όπου προσαρμόζεται η κεφαλή του μηριαίου
- κοίλη μεταλλική υποδοχή με οπή, μέσα στην οποία περιστρέφεται ο άξονας ή η στρόφιγγα
- το πρώτο ή τα πρώτα φύλλα που εμφανίζονται στο έμβρυο των σπερματοφύτων
- κυπελλοειδής σχηματισμός που λειτουργεί ως μυζητήρας, δηλαδή βεντούζα πρόσφυσης σε κεφαλόποδα (π.χ. σε πλοκάμια χταποδιού ή καλαμαριού)
Ισοδύναμα
English
Sucker
Παραδείγματα
“※ Από τις αρχές ήδη του 7ου π.Χ. αιώνα η προτίμηση των Κορινθίων κεραμέων για αγγεία μικρού σχήματος, όπως αρυβάλλους, αλάβαστρα, σκύφους, κοτύλες οδήγησε στην «ανακάλυψη» της μελανόμορφης τεχνικής που ευνόησε ιδιαίτερα τις μικρογραφικές συνθέσεις τους.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.