Meaning of κορώνω | Babel Free
/koˈɾo.no/Ορισμοί
-
εκπέμπω πάρα πολλή θερμότητα, ώστε κάνω κάτι να καίει intransitive
-
αποκτώ πάρα πολλή θερμότητα, πυρακτώνομαι intransitive
-
κάνω κάποιον να βγει εκτός εαυτού transitive
Παραδείγματα
“το τζάκι κόρωσε”
“το αυτοκίνητο θα κορώσει κάτω από τον ήλιο· καλύτερα να το πας στη σκιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.