Meaning of κοπανίδα | Babel Free
Ορισμοί
οικιακό χοντρό ξύλινο τηγανόσχημο εργαλείο με το οποίο οι γυναίκες κοπανούν τα ρούχα όταν τα πλένουν στις πλύστρες ή σε όχθες λιμνών ή ποταμών
Παραδείγματα
“※ "κόλπα με την κοπανίδα σου ΄καμα όταν σε είδα" (στίχος νησιώτικου τραγουδιού)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.