HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κοπανίδα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

οικιακό χοντρό ξύλινο τηγανόσχημο εργαλείο με το οποίο οι γυναίκες κοπανούν τα ρούχα όταν τα πλένουν στις πλύστρες ή σε όχθες λιμνών ή ποταμών

Παραδείγματα

“※ "κόλπα με την κοπανίδα σου ΄καμα όταν σε είδα" (στίχος νησιώτικου τραγουδιού)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κοπανίδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course