Meaning of κοντύλι | Babel Free
/konˈdi.li/Ορισμοί
- καλαμένιο όργανο γραφής, με το οποία παλαιότερα έγραφαν πάνω στην πλάκα οι μικροί μαθητές. Ως γραφίδα χρησιμοποιούσαν ένα κομμάτι καλάμι κομμένο από έναν κόνδυλο (δηλ. κόμπο) σε άλλο.
- άλλη μορφή του κονδύλι: δαπάνη ή έξοδο που αναγράφεται σε προϋπολογισμό ή άλλο λογαριασμό
Ισοδύναμα
English
pencil
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.