Meaning of κοντο- | Babel Free
Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό λέξεων
- σχετικών με το επίθετο κοντός
- με κυριολεκτική, μεταφορική ή ειρωνική σημασία μικρού μεγέθους ή διάρκειας
- που δηλώνουν δυσκολία
- κοντανασαίνω
-
με τη σημασία κοντά, σχεδόν (τοπικά ή χρονικά) literary, vulgar
- κοντόβραδο
- κοντοβράκι
- κοντόγεμος και κοντόγιομος
- κοντογούνι
- κοντοζυγώνω
- κοντόθωρος
- κοντόκαννος
- κοντοκομμένος
- κοντολαίμης - κοντολαίμα
- κοντολογίς
- κοντομάνικος
- κοντοπίθαρος
- κοντοπόδαρος
- Κοντορεβιθούλης
- κοντοσούβλι
- κοντοστέκομαι
- κοντοστούπης - κοντοστούπα
- κοντόσωμος
- κοντόφθαλμος
- κοντόχοντρος
- κοντοχωριανός
Παραδείγματα
“κοντοστούπης”
“κοντόθωρος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.