κονσοματέρ
Ορισμοί
άνδρας που επί πληρωμή κρατά συντροφιά σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης
Ισοδύναμα
Françaisconsommateur
Παραδείγματα
“※ Γυναίκες κερνούν σαμπάνια έναν κονσοματέρ σε κλαμπ γνωριμιών τού Τόκιο. (Εφημερίδα Τα Νέα, 16/4/2005)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free