Σημασία του κοίταξαν | Babel Free
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος κοιτάζω
Παραδείγματα
“Οι περαστικοί κοίταξαν τον ουρανό με απορία.”
The passers-by looked at the sky with wonder.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free