HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κλιμακτηρικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με κλιμακτήρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. που αφορά το έτος της ζωής ενός ανθρώπου που είναι πολλαπλάσιο του επτά
  3. κρίσιμος, επικίνδυνος
    broadly
  4. που ωριμάζει ακόμα και αν το κόψουμε από το δέντρο

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κλιμακτηρικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course