HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κλιμακτήριος | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

η περίοδος κατά την οποία εμφανίζεται σε έναν οργανισμό η εμμηνόπαυση, συνήθως νοουμένου του γυναικείου, αν και μεταφορικά χρησιμοποιείται η φράση ανδρική κλιμακτήριος για την αντίστοιχη περίοδο ορμονικών αλλαγών στον μεσήλικα άνδρα

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κλιμακτήριος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course