Meaning of κλιμάκωση | Babel Free
/kliˈma.ko.si/Ορισμοί
βαθμιαία αύξηση της έντασης ή της ευρύτητας μιας συγκεκριμένης ενέργειας ή δραστηριότητας
Ισοδύναμα
English
Escalation
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.