κληροδοσία
Ορισμοί
-
μορφή του κληροδοσία, συχνά με τη γενική σημασία της κληρονομιάς ή της δωρεάς, υλικής ή πνευματικής, που μεταβιβάζεται από πρόσωπο σε πρόσωπο, από τους παλιότερους στους νεώτερους vulgar
- η διάθεση σε κάποιο πρόσωπο ενός ποσού, συγκεκριμένων αντικειμένων κ.λπ., με διαθήκη ή κωδίκελλο, μιας περιουσίας, χωρίς ωστόσο αυτό να καθίσταται καθολικός κληρονόμος του διαθέτη
- διανομή με κλήρωση, όπως λ.χ. κτημάτων («κλήροι γης»)
Ισοδύναμα
FrançaisLegs
DeutschVermächtnis
Παραδείγματα
“※ Οι μεγαλύτερες δωρεές που λαμβάνει το Μουσείο Μπενάκη γίνονται με κληροδοσία. Για πολλούς δωρητές, η αναγραφή της δωρεάς στη διαθήκη τους είναι ο πιο απλός τρόπος για να βοηθήσουν το Μουσείο. Κληροδοσίες - Μουσείο Μπενάκη”
“※ το χρέος αυτό [του Ελληνικού έθνους] χωρίς άλλο μιά μέρα θ' αναγνωριστή στον Κασομούλη για την ατίμητη κληροδοσιά που πρόσφερε της ζωής του παράδειγμα πατριωτικό”
“※ Θα χάσεις την παράδοση και την κληροδοσιά των ντόπιων ποικιλιών από γενιά σε γενιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free