Meaning of κληροδοσία | Babel Free
/kli.ɾo.ðoˈsi.a/Ορισμοί
-
μορφή του κληροδοσία, συχνά με τη γενική σημασία της κληρονομιάς ή της δωρεάς, υλικής ή πνευματικής, που μεταβιβάζεται από πρόσωπο σε πρόσωπο, από τους παλιότερους στους νεώτερους vulgar
- η διάθεση σε κάποιο πρόσωπο ενός ποσού, συγκεκριμένων αντικειμένων κ.λπ., με διαθήκη ή κωδίκελλο, μιας περιουσίας, χωρίς ωστόσο αυτό να καθίσταται καθολικός κληρονόμος του διαθέτη
- διανομή με κλήρωση, όπως λ.χ. κτημάτων («κλήροι γης»)
Παραδείγματα
“※ Οι μεγαλύτερες δωρεές που λαμβάνει το Μουσείο Μπενάκη γίνονται με κληροδοσία. Για πολλούς δωρητές, η αναγραφή της δωρεάς στη διαθήκη τους είναι ο πιο απλός τρόπος για να βοηθήσουν το Μουσείο. Κληροδοσίες - Μουσείο Μπενάκη”
“※ το χρέος αυτό [του Ελληνικού έθνους] χωρίς άλλο μιά μέρα θ' αναγνωριστή στον Κασομούλη για την ατίμητη κληροδοσιά που πρόσφερε της ζωής του παράδειγμα πατριωτικό”
“※ Θα χάσεις την παράδοση και την κληροδοσιά των ντόπιων ποικιλιών από γενιά σε γενιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.