Meaning of κληροδότημα | Babel Free
/kli.ɾoˈðo.ti.ma/Ορισμοί
το περιουσιακό στοιχείο που παραχωρείται συνήθως για κοινωφελείς σκοπούς με κληροδοσία
Παραδείγματα
“※ το Νέο Ψηφιακό Πλανητάριο του Ιδρύματος Ευγενίδου … δεν έχει λάβει ούτε ένα ευρώ από το ελληνικό Δημόσιο, αφού το σύνολο των δραστηριοτήτων του, … χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από τα κληροδοτήματα του Ευγένιου Ευγενίδη, της αδελφής του Μαριάνθης Σίμου και του Νικόλαου Βερνίκου-Ευγενίδη. * εφημερίδα Καθημερινή, 2013.12.22.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.