κλαβικόρντ
Ορισμοί
πληκτροφόρο όργανο, πρόδρομος του πιάνου, με σιγανό ήχο, διαδεδομένο σαν όργανο σπιτιού από τον 15ο έως το 19ο αιώνα. Οι χορδές του πλήττονται από γλωσσίδια (tangents) σε αντίθεση με το τσέμπαλο στο οποίο τσιμπιούνται.
Ισοδύναμα
16 more languages
Catalàclavicordi
Češtinaklavichord
Ελληνικάκλαβίχορδο
Suomiklavikordi
Gaeilgeclabhchorda
Galegoclavicordio
ქართულიკლავიკორდი
Latinaclavichordium
Polskiklawikord
Portuguêsclavicórdio
Românăclavicord
Русскийклавикорд
Svenskaklavikord
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free