Meaning of κλίνη | Babel Free
/ˈkli.ni/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το κρεβάτι
- η μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ξενοδοχειακών ή νοσοκομειακών υποδομών
- η κατασκευή σε ναυπηγείο που λειτουργεί ως βάση στερέωσης του πλοίου
Παραδείγματα
“ξενοδοχείο 300 κλινών”
a hotel with 300 beds
“κλινική 300 κλινών”
a clinic with 300 beds
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ι' στίχ. 1076 (1075-1077) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957, σελ. 306 @google.gr/books.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.