HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κιβωτός | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ci.voˈtos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. οικισμός των Γρεβενών
  3. (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλαμισμός κιβωτός του Νώε, το μεγάλο πλοίο το οποίο κατασκεύασε ο Νώε για να γλυτώσει απ' τον κατακλυσμό
  4. νησίδα του Αργοσαρωνικού
  5. κιβωτός της διαθήκης, μεγάλο ξύλινο κιβώτιο μέσα στο οποίο είχαν τοποθετηθεί οι 2 πλάκες με τις Δέκα Εντολές
  6. το μέρος (υλικό ή μεταφορικό) όπου διασώζεται κάτι (συνήθως πνευματικό)
    figuratively

Ισοδύναμα

English Ark

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κιβωτός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course