Meaning of κιβωτός | Babel Free
/ci.voˈtos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- οικισμός των Γρεβενών
- (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλαμισμός κιβωτός του Νώε, το μεγάλο πλοίο το οποίο κατασκεύασε ο Νώε για να γλυτώσει απ' τον κατακλυσμό
- νησίδα του Αργοσαρωνικού
- κιβωτός της διαθήκης, μεγάλο ξύλινο κιβώτιο μέσα στο οποίο είχαν τοποθετηθεί οι 2 πλάκες με τις Δέκα Εντολές
-
το μέρος (υλικό ή μεταφορικό) όπου διασώζεται κάτι (συνήθως πνευματικό) figuratively
Ισοδύναμα
English
Ark
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.