Meaning of Κηφισιώτης | Babel Free
/ci.fiˈsço.tis/Ορισμοί
-
αυτός που είναι κάτοικος ή δημότης της Κηφισιάς, στην Αττική demonym
- ανδρικό επώνυμο
-
ο Κηφισιώτης adjective
Παραδείγματα
“οι Κηφισιώτες έπιναν τον καφέ τους στο παλιό εκείνο ζαχαροπλαστείο”
“Οι κηφισιώτες θαμώνες του ζαχαροπλαστείου διάβαζαν ήσυχα την εφημερίδα τους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.