HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Κηφισιώτης | Babel Free

Noun CEFR B2
/ci.fiˈsço.tis/

Ορισμοί

  1. αυτός που είναι κάτοικος ή δημότης της Κηφισιάς, στην Αττική
    demonym
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ο Κηφισιώτης
    adjective

Παραδείγματα

“οι Κηφισιώτες έπιναν τον καφέ τους στο παλιό εκείνο ζαχαροπλαστείο”
“Οι κηφισιώτες θαμώνες του ζαχαροπλαστείου διάβαζαν ήσυχα την εφημερίδα τους.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Κηφισιώτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course