Meaning of Κηφισιώτισσα | Babel Free
/ci.fiˈsço.ti.sa/Ορισμοί
-
θηλυκό του Κηφισιώτης demonym
-
η Κηφισιώτισσα adjective
Παραδείγματα
“ήμουν Κυψελιώτισσα, γέννημα θρέμμα, αλλά μετακόμισα, κι έγινα τώρα Κηφισιώτισσα”
“※ Κηφισιώτισσα για σένα / τ’ απεφάσισα, αμάν, αμάν, / να σε ντύσω στο χρυσάφι / και στο μάλαμα. (Κηφισιώτισσα, στίχοι: Δήμος Χολέβας, μουσική: Δημήτρης Σέμσης, εκτέλεση: Ρόζα Εσκενάζυ, 1934)”
“Ζούσαν στο παλιό εκείνο αρχοντικό τρεις κηφιστιώτισσες ηλικιωμένες κυρίες, αδελφές, κόρες πλούσιου εμπόρου.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.