Meaning of κειμενογραφία | Babel Free
/ci.me.no.ɣɾaˈfi.a/Ορισμοί
το σύνολο των γραπτών κειμένων ενός συγγραφέα ή μιας εποχής
neologism
Παραδείγματα
“※ Είναι φρικτός αγγλισμός να μιλά κάποιος για «αναδυόμενους καλλιτέχνες» ως κατά λέξη μετάφραση της πολύ συχνά εμφανιζόμενης διατύπωσης «emerging artist» στην αγγλόφωνη κειμενογραφία για τις εικαστικές τέχνες. (M. Hulot & Γιάννης Κωνσταντινίδης, Η νέα γενιά των εικαστικών: 10 καλλιτέχνες σε δημιουργική έξαρση εν μέσω πανδημίας, lifo.gr, 31 Ιανουαρίου 2021)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.