Meaning of κειμενογράφος | Babel Free
Ορισμοί
- άνθρωπος που ασχολείται με τη συγγραφή διαφημιστικών κειμένων ή λόγων πολιτικών
- text editor: λογισμικό που χρησιμοποιείται για τη συγγραφή και σύνταξη κειμένων
Ισοδύναμα
English
text editor
Παραδείγματα
“(ειδικότερα) λογισμικό που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία αρχείων απλού κειμένου (plain text) τα οποία δεν περιέχουν ειδικούς χαρακτήρες μορφοποίησης όπως ο επεξεργαστής κειμένου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.