καταδίκασαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταδικάζω
Παραδείγματα
“Οι δικαστές τον καταδίκασαν σε δέκα χρόνια φυλάκιση.”
The judges sentenced him to ten years in prison.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free