Meaning of καταβόθρα | Babel Free
/ka.taˈvo.θɾa/Ορισμοί
- υπόγειος φυσικός αγωγός στον οποίο διοχετεύονται νερά από λίμνες ή ποτάμια προς τη θάλασσα ή σε άλλο σημείο της γης όπου αναβλύζουν
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
άνθρωπος που ξοδεύει πολλά χρήματα, σπάταλος figuratively, offensive
-
αντικείμενο το οποίο απαιτεί μεγάλη ποσότητα χρημάτων για να λειτουργήσει σωστά figuratively
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.