καταβόθρα
Ορισμοί
- υπόγειος φυσικός αγωγός στον οποίο διοχετεύονται νερά από λίμνες ή ποτάμια προς τη θάλασσα ή σε άλλο σημείο της γης όπου αναβλύζουν
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
άνθρωπος που ξοδεύει πολλά χρήματα, σπάταλος figuratively, offensive
-
αντικείμενο το οποίο απαιτεί μεγάλη ποσότητα χρημάτων για να λειτουργήσει σωστά figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free