HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταβολή | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/ka.ta.voˈli/

Ορισμοί

  1. η χρησιμοποίηση, η διάθεση δύναμης ή ενέργειας
  2. πληρωμή ή κατάθεση
  3. εξασθένιση
  4. το ξεκίνημα, η δημιουργία του κόσμου

Παραδείγματα

“από καταβολής κόσμου”

since the world began, since the dawn of time

“καταβολή δυνάμεων”

loss of strength

“απαιτείται η καταβολή ιδιαίτερης προσπάθειας”
“οι απαγωγείς ζητούν την καταβολή λύτρων”
“ο τάδε παρουσιάζει καταβολή δυνάμεων”
“"..του αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου." Αποκάλυψη 13:8"”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταβολή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course