Meaning of καταβολή | Babel Free
/ka.ta.voˈli/Ορισμοί
- η χρησιμοποίηση, η διάθεση δύναμης ή ενέργειας
- πληρωμή ή κατάθεση
- εξασθένιση
- το ξεκίνημα, η δημιουργία του κόσμου
Παραδείγματα
“από καταβολής κόσμου”
since the world began, since the dawn of time
“καταβολή δυνάμεων”
loss of strength
“απαιτείται η καταβολή ιδιαίτερης προσπάθειας”
“οι απαγωγείς ζητούν την καταβολή λύτρων”
“ο τάδε παρουσιάζει καταβολή δυνάμεων”
“"..του αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου." Αποκάλυψη 13:8"”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.