Meaning of καταβάτης | Babel Free
/ka.taˈva.tis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ρεύμα αέρα που κατεβαίνει (π.χ. από την πλαγιά ενός βουνού)
Παραδείγματα
“Στην ανατολική Αττική οι θυελλώδεις άνεμοι έδρασαν ως «καταβάτες» από τις ορεινές εξάρσεις της περιοχής προς τη θάλασσα. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.