Meaning of καταβάλετε | Babel Free
/ka.taˈva.le.te/Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
- θα καταβάλετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταβάλλω
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.