Meaning of καταβάλλομαι | Babel Free
/ka.taˈva.lo.me/Ορισμοί
- ρήμα που χρησιμοποιείται συχνότερα στο τρίτο πρόσωπο ενικού και πληθυντικού και σημαίνει την κατάθεση οφειλόμενου χρηματικού ποσού ή προσπάθειας για να αρθεί μια αντιξοότητα
- Οταν το υποκείμενο είναι πρόσωπο, σημαίνει την αφαίρεση δυνάμεων, σηματικών ή ψυχικών. Χρησιμοποιείται όμως συνήθως η μετοχή της παθητικής φωνής (είμαι καταβεβλημένος) ή η ενεργητική φωνή (με κατέβαλε η ασθένεια). Το καταβάλλομαι σπάνια χρησιμοποιείται στο πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο στη νεοελληνική γλώσσα, αν και μερικές φορές μπορεί κάποιος να πει
Παραδείγματα
“"Ο μισθός του καταβλήθηκε κανονικά"”
“"Καταβάλλονται πολλές προσπάθειες για τη διάσωση του πιλότου"”
“"Νιώθω να καταβάλλομαι από τον πυρετό"”
“"Σε καταλαβαίνω. Καταβάλλεσαι από όλες αυτές τις αντιξοότητες"”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.