HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταβάλλομαι | Babel Free

Verb CEFR C1
/ka.taˈva.lo.me/

Ορισμοί

  1. ρήμα που χρησιμοποιείται συχνότερα στο τρίτο πρόσωπο ενικού και πληθυντικού και σημαίνει την κατάθεση οφειλόμενου χρηματικού ποσού ή προσπάθειας για να αρθεί μια αντιξοότητα
  2. Οταν το υποκείμενο είναι πρόσωπο, σημαίνει την αφαίρεση δυνάμεων, σηματικών ή ψυχικών. Χρησιμοποιείται όμως συνήθως η μετοχή της παθητικής φωνής (είμαι καταβεβλημένος) ή η ενεργητική φωνή (με κατέβαλε η ασθένεια). Το καταβάλλομαι σπάνια χρησιμοποιείται στο πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο στη νεοελληνική γλώσσα, αν και μερικές φορές μπορεί κάποιος να πει

Παραδείγματα

“"Ο μισθός του καταβλήθηκε κανονικά"”
“"Καταβάλλονται πολλές προσπάθειες για τη διάσωση του πιλότου"”
“"Νιώθω να καταβάλλομαι από τον πυρετό"”
“"Σε καταλαβαίνω. Καταβάλλεσαι από όλες αυτές τις αντιξοότητες"”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταβάλλομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course