κατάπλωρα
Ορισμοί
: ακριβώς μπροστά από την πλώρη πλοίου, σε κατεύθυνση, (ανεξάρτητα απόστασης)
Παραδείγματα
“το ραντάρ χτυπάει ακίνητο στόχο 3 μίλια κατάπλωρα (= επί της πορείας του πλοίου σε απόσταση 3 μίλια υφίσταται στόχος που προσεγγίζεται με την ίδια ταχύτητα του πλοίου)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free