καστανιέτα
Ορισμοί
κρουστό ιδιόφωνο μουσικό όργανο, το ένα από τα δύο κοίλα ξύλινα κρόταλα, ενωμένα με κορδόνι, που χτυπιούνται με τα δάκτυλα, χαρακτηριστό παραδοσιακό όργανο της Ισπανίας
Ισοδύναμα
19 more languages
Češtinakastaněty
Suomikastanjetti
Gaeilgecastainéid
Magyarkasztanyetta
日本語カスタネット
Latinacrotalum
Македонскикастанети
Polskikastaniety
Portuguêscastanhola
Românăcastanietă
Svenskakastanjett
Türkçekastanyet
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free