HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καραόκε | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ka.ɾaˈo.ke/

Ορισμοί

  1. μορφή διασκέδασης, αρχικά από την Ιαπωνία, στην οποία παίζονται ηχογραφήσεις τραγουδιών χωρίς την φωνή του τραγουδιστή, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να τραγουδούν οι ίδιοι τους στίχους του τραγουδιού
  2. η αντίστοιχη συσκευή
    broadly

Ισοδύναμα

English karaoke

Παραδείγματα

“※ 1996 «Ἡ λέξη, Τεύχη 134-136», σελ. 867”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καραόκε used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course