Meaning of καπτάν | Babel Free
/kaˈptan/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- άκλιτο προτακτικό, καπετάν, καπετάνιος
- σε παρατακτικά σύνθετα, με ενωτικό
Παραδείγματα
“καπτάν Γιώργης”
“είσαι ο καπτάν-φασαρίας της τάξης!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.