Meaning of Καππαδόκης | Babel Free
/ka.paˈðo.cis/Ορισμοί
άτομο που κατάγεται από την Καππαδοκία
demonym
Ισοδύναμα
English
Cappadocian
Παραδείγματα
“※ Η θάλασσα στους Καππαδόκες, που δεν έτυχε να ταξιδέψουν, είναι κάτι άγνωστο· οι Φαρασιώτες μάλιστα έχουν λησμονήσει, στο ελληνικό τους ιδίωμα, ακόμη και τη λέξη «θάλασσα» και χρησιμοποιούν την τούρκικη: «τενίζι».”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.