Meaning of καππαδοκικά | Babel Free
/ka.pa.ðo.ciˈka/Ορισμοί
νεοελληνική διάλεκτος, από τα μεσαιωνικά ελληνικά, που μιλιόταν στην Καππαδοκία με επιρροές από την τουρκική γλώσσα
Παραδείγματα
“Κατηγορία:Καππαδοκικά στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.