καπιταλάκι
Ορισμοί
τυπογραφικό στοιχείο που ανήκει στα κεφαλαία, αλλά έχει μικρότερο μέγεθος από τα υπόλοιπα κεφαλαία της ίδιας γραμματοσειράς
Ισοδύναμα
Englishsmall caps
11 more languages
DeutschKapitälchen
Esperantomajuskleto
Suomikapiteeli
Magyarkiskapitális
Italianomaiuscoletto
Nederlandskleinkapitaal
Polskikapitalik
Portuguêsversalete
Русскийкапитель
Українськакапітель
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free