Meaning of καουτσούκ | Babel Free
/ka.uˈtsuk/Ορισμοί
ελαστικό υλικό που παράγεται από τον χυμό (λατέξ) του καουτσουκόδεντρου
Ισοδύναμα
English
rubber
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.