Meaning of κανάτι | Babel Free
/kaˈna.ti/Ορισμοί
- ένα είδος μικρής κανάτας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
ένα είδος ξύλινου παραθυρόφυλλου χωρίς γρίλιες idiomatic, vulgar
Ισοδύναμα
English
Jug
Παραδείγματα
“Κέρασε κρασί σε όλους τους παριστάμενους από το κανάτι.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.