καμινιάζω
Ορισμοί
βάζω μέσα σε καμίνι διάφορα υλικά, ώστε με την καμίνευση να έχω τα επιθυμητά αποτελέσματα (ξυλάνθρακες από ξύλα, ασβέστη από ασβεστολιθικά πετρώματα κ.λπ.)
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free