Meaning of καμακώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καμακώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καμακώνω
- θα καμακώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καμακώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.