Meaning of καλόγερος | Babel Free
/kaˈlo.ʝe.ɾos/Ορισμοί
- μοναχός
- ανδρικό επώνυμο
-
άνθρωπος που ζει απομονωμένος σαν μοναχός broadly
- ψηλό έπιπλο-κρεμάστρα που στηρίζεται στο πάτωμα και έχει άγκιστρα για το κρέμασμα των παλτών, των καπέλων κ.λπ.
- εξόγκωμα του δέρματος γεμάτο πύον, επιστημονικά δοθιήνας
- είδος πουλιού (Parus major)
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.