HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καλόγερος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/kaˈlo.ʝe.ɾos/

Ορισμοί

  1. μοναχός
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. άνθρωπος που ζει απομονωμένος σαν μοναχός
    broadly
  4. ψηλό έπιπλο-κρεμάστρα που στηρίζεται στο πάτωμα και έχει άγκιστρα για το κρέμασμα των παλτών, των καπέλων κ.λπ.
  5. εξόγκωμα του δέρματος γεμάτο πύον, επιστημονικά δοθιήνας
  6. είδος πουλιού (Parus major)

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καλόγερος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course