HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καλόγερος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
kaˈlo.ʝe.ɾos

Ορισμοί

  1. μοναχός
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. άνθρωπος που ζει απομονωμένος σαν μοναχός
    broadly
  4. ψηλό έπιπλο-κρεμάστρα που στηρίζεται στο πάτωμα και έχει άγκιστρα για το κρέμασμα των παλτών, των καπέλων κ.λπ.
  5. εξόγκωμα του δέρματος γεμάτο πύον, επιστημονικά δοθιήνας
  6. είδος πουλιού (Parus major)

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“Ο καλόγερος ζούσε απομονωμένος στο μοναστήρι.”

The monk lived isolated in the monastery.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καλόγερος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free