Meaning of καλόγερου | Babel Free
/kaˈlo.ʝe.ɾu/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
αιτιατική πληθυντικού του καλόγερος formal
- γενική ενικού του καλόγερος
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καλόγερος
Παραδείγματα
“εναλλακτικά: καλόγερου”
“λόγια μορφή: καλογέρου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.